Μια φορά κι ένα καιρό ήταν ένα παιδάκι που ζούσε σε ένα όχι και πολύ μικρό νησί των Κυκλάδων.
Μεγάλωσε κάνοντας μπάνιο σε αμμουδιές με κέδρους κι όχι ξαπλώστρες και ξέπλενε τα πόδια του σε γούρνες και στέρνες αντί για πισίνες. Τα βότσαλα που μάζευε από την παραλία τα μπογιάτιζε και τα πούλαγε για να νιώσει πως αγόρασε το παγωτό του με δικά του λεφτά κι όχι από το μπουναμά του.
Το απόγευμα πήγαινε στο μανάβικο με τη γιαγιά του κι έβαζε τα χέρια στα τσουβάλια με τα φασόλια και τις φακές, κάτω από το βλέμμα του θείου του Πίπη, που πάντα έβλεπε τι έκανε, αλλά δε είχε παραπονεθεί ποτέ, μόνο έπιανε την κουβέντα και ρωτούσε για τα νέα.
Τα Χριστούγεννα πήγαινε στο μπακάλικο του θείου του Βελέντζα με τα τόσο ψηλά ράφια που έπαιρνε τα σκουπόξυλα που πούλαγε για να φτάσει τα καλούδια. Όταν ερχόταν Πάσχα μαζί με τα άλλα τα παιδιά, νόμιζαν, πως βοηθούσαν παίζοντας με το πινέλο και τις μπογιές για να βάψουνε όλοι τα χαράκια, να είναι όμορφο το νησί. Μύριζε κρίνα κι ένα σωρό βότανα που στόλιζαν τις αυλές και τα περβάζια. Συνόδευε τη γιαγιά του κάπως απρόθυμα στην εκκλησία όλη την Μεγάλη Εβδομάδα, μα μετά μαγεύονταν από την κατάνυξη που είχαν αυτές οι μέρες, από τα μοιρολόγια και τις ψαλμωδίες.
Αυτό το παιδάκι βρέθηκε και φέτος το Πάσχα στο «χωριό του» και στην αυλή της εκκλησίας που κάποτε έπαιζε σβώλους, είδε να χορεύουν ξέφρενα και να γλεντούν όχι για να θυμηθούν, αλλά για να ξεχάσουν… Έψαχνε το μπακάλικο και το μανάβικο και τους παππούδες και τις γιαγιάδες και τα δίχτυα τα απλωμένα, μα έβλεπε μόνο μπαρ, εστιατόρια κι ενοικιαζόμενα δωμάτια. Στα σχοινιά αντί για ασπρόρουχα ή κάποιο καημένο λιαστό χταποδάκι, πανό διαφημιστικά. Δεν άκουγε ούτε την εκκλησία, ούτε τον παπά γιατί κάθε μαγαζί είχε βγάλει κάτι ηχεία να, που τόσο μεγάλα δεν είχε ξαναδεί!
Αντί για την περιφορά της εικόνας, είδε την περιφορά κάτι μπουκαλιών που έρρεαν ένα περίεργο υγρό που τους έκανε όλους χαρούμενους (για λίγο). Γύρευε φραγκόσυκα, φραγκόκοτες κι έβλεπε μόνο φράγκα. Και φασαρία. Φασαρία παντού κι αυτό ήταν τόσο παράταιρο με την παραδοσιακή του τη φορεσιά. Όταν ρώτησε τι έγινε του έδειξαν τον ουρανό που πετούσαν κάτι τεράστιες πυγολαμπίδες και σχημάτιζαν κάτι περίεργα γράμματα που θόλωναν τα μάτια και το μυαλό.
Στα άλλοτε καθαρά και φρεσκοβαμμένα σοκάκια τώρα είχε ποτήρια, μπουκάλια, τσιγάρα και κάθε λογής απορρίμματα. Αφού ρώτησε και ξαναρώτησε όλους τους μεγάλους |γιατί δε γνωρίζω τίποτα πια από το χωριό μου» δεν πήρε καμία απάντηση.
Ύστερα αναλογίστηκε πως δεν κάνουν μόνο τα παιδάκια σκανταλιές. Μάλλον και στους μεγάλους αρέσει να βάζουν τα χέρια στα τσουβάλια. Κι ας μην έχουν πια μέσα φασόλια.
Αυτά! Κατά τα άλλα, Βοήθειά μας!
Μ.Ν.Τ.























































