Κρασί της Πάρου: Ξακουστό για τη γεύση του – Φημισμένο για τις «απλωταριές» του.
Η γενειοφόρος μορφή του Διονύσου που απεικονίζεται σε παριανό αμφορέα του 7ου π.Χ. αιώνα, στη Βρετανική Σχολή της Αθήνας, είναι η παλαιότερη γνωστή μέχρι σήμερα απεικόνιση του Θεού. Στη Δήλο εντοπίστηκαν αμφορείς και νομίσματα με απεικονίσεις σταφυλιών. Με τον Αχτιναμέ, ο Σουλτάνος Μουράτ Γ’ της Υψηλής Πύλης το 1580 υπογράφει απαλλαγή φόρου στα αμπέλια, τα σταφύλια και τα κρασιά και παραμένει ο φόρος της δεκάτης, παρότι το Ισλάμ διαφωνεί με την κατανάλωση κρασιού.
Η έννοια της αμπέλου συναντάται ήδη από την αρχαιότητα στην Πάρο και παραμένει μέχρι σήμερα σημείο αναφοράς του νησιού, που αυτόν τον καιρό οι παραγωγοί του προετοιμάζουν μέσα στον Γενάρη τα εδάφη για τη νέα σοδειά.
Ειδικότερα, για τους αμπελουργούς και τους οινοποιούς της Πάρου και της Αντιπάρου, αυτόν τον καιρό γίνονται τα πρώιμα οργώματα για τον ΠΟΠ οίνο της Πάρου. Τα κλαδέματα αρχίζουν στα δυο νησιά, κυρίως μετά τις 20 Ιανουαρίου 2026, όπως μας εξήγησε από τον Αγροτικό Συνεταιρισμό Πάρου, ο πρόεδρος, Κώστας Σαμαλτάνης. Ο αμπελώνας της Πάρου είναι ονομαστός ήδη από την αρχαιότητα, εξαιτίας των ασβεστολιθικών πετρωμάτων, που δίνουν μία ιδιαίτερη γεύση κι αρώματα. Σε αντίθεση με τη Σαντορίνη, που το κρασί της έχει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά λόγω των ηφαιστειογενών πετρωμάτων, η Πάρος έχει δυο βασικές ιδιαιτερότητες:
– Η πρώτη αφορά στην ιδιαίτερη γεύση λόγω του εδάφους (μάρμαρο) και
– Η δεύτερη στις περίφημες «απλωταριές», που σήμερα ολοένα και λιγότερο είναι εμφανείς στο νησί, μολονότι στη δεκαετία του ’80 αφορούσαν περίπου στο 20% των καλλιεργειών.
Παρόλα αυτά ορισμένα οινοποιεία, που έχουν αμπελώνες στην Πάρο διατηρούν μέχρι σήμερα αυτόν τον τρόπο φύτευσης αναδεικνύοντας κι ένα κομμάτι της αμπελοοινικής ιστορίας του νησιού. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι πως οι απλωταριές δείχνουν και τη διαφορά του νησιού με τη Σαντορίνη, όπου εκεί ο παραδοσιακός τρόπος λειτουργίας της αμπέλου, αφορά στην περίφημη «κουλούρα».
Τα αμπέλια της Πάρου και της Αντιπάρου
Αμπελώνες υπάρχουν παντού στο νησί της Πάρου αλλά υπάρχουν και στον κάμπο στη γειτονική Αντίπαρο. Η ζώνη του ΠΟΠ Πάρος ορίστηκε το 1981 και η κύρια λευκή ποικιλία της Πάρου είναι η Μονεμβασιά.
Ενδεικτικό της καλλιέργειας της αμπέλου αποτελεί το μαρμάρινο εδώλιο πότη και τα πήλινα αγγεία κρασιού. Η μοναδικότητα του κρασιού της Πάρου ήταν ήδη γνωστή από την αρχαιότητα αλλά σταθμό στα αμπελουργικά δεδομένα του νησιού αποτελεί η περίοδος της Ενετοκρατίας.
Σύμφωνα με τον κανονισμό του ΠΟΠ Πάρου, έγγραφα από νοταριακές πράξεις, δείχνουν την αγοραπωλησία αμπελώνων, κρασιών και βαρελιών. Από το λεξιλόγιο εγγράφων της περιόδου αυτής, έχουν εντοπισθεί περίπου 100 λέξεις φράσεις που αφορούν την αμπελοκαλλιέργεια και το κρασί. Τότε άρχισε να γίνεται ο γνωστός οίνος «Μαλβαζίας» (όπως λεγόταν παλαιότερα η ποικιλία της Μονεμβασιάς). Όσοι το έχουν καταναλώσει ξέρουν πως πρόκειται για ένα κρασί γλυκό, και ιδιαίτερα αρωματικό, που φτιαχνόταν στο τρίγωνο Μονεμβασιάς – Κρήτης – Κυκλάδων, γνωστό και στις χώρες της σημερινής Ευρώπης.
Οι Ενετοί μετά την κατάληψη της Μονεμβασιάς το 1248 ήλθαν σε στενότερη επαφή με τον συγκεκριμένο οίνο «Μαλβαζία», τον οποίο και διέδωσαν τόσο σε Κυκλάδες, Κρήτη, Κύπρο αλλά και διεθνώς στις χώρες της Ευρώπης. Πρόκειται για τον λεγόμενο οίνο «Μαλβαζία», που συνδέθηκε με τα χρόνια της Ενετοκρατίας αλλά και με την πατρίδα του κορυφαίου Έλληνα ποιητή Γιάννη Ρίτσου.
Σήμερα στον λευκό οίνο η Μονεμβασιά επικρατεί κατά 100% ενώ στον ερυθρό οίνο υπάρχει η ποικιλία Μανδηλαριά, που μετέχει και σε άλλα ΠΟΠ κρασιά της Κρήτης και της Ρόδου τουλάχιστον 35% και το υπόλοιπο Μονεμβασιά. Το σύνηθες σχήμα κλαδέματος για τους νέους αμπελώνες, λόγω των ισχυρών ανέμων που πνέουν στο νησί, είναι το χαμηλό κυπελλοειδές με ύψος κορμού 25–40 εκατοστών και ύψος φυλλώματος 4 –100 εκατοστών.
Οι κλιματίδες μπορούν να στηριχθούν και σε σύρματα και το κλάδεμα να γίνει όρθιο γραμμικό αμφίπλευρο. Το κλάδεμα παίζει πάντα ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο σε οποιαδήποτε καλλιέργεια, αφού μπορεί να δώσει λιγότερο ή περισσότερο και καλύτερο ποιοτικά καρπό. Ωστόσο, κατά το παρελθόν, εφαρμοζόταν σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα το «άκορμο» σύστημα, δηλαδή οι κληματίδες να είναι στο έδαφος. Ο κορμός, οι βραχίονες, ακόμη και τα σταφύλια των κληματίδων ήταν στο χώμα. Έτσι το αμπέλι έφτανε ακόμη και τα πέντε μέτρα δημιουργώντας τις γνωστές «απλωταριές» της Πάρου, που κάποια οινοποιεία διατηρούν αυτήν την παράδοση μέχρι σήμερα.
Σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση για τον κανονισμό του ΠΟΠ, οι Παριανοί με αυτόν τον τρόπο προσπάθησαν να προφυλάξουν νέους βλαστούς και σταφυλές από τους σφοδρούς άνεμους που σαρώνουν το νησί. Υπήρξε επιπλέον, η εσφαλμένη αντίληψη ότι οι ακραίοι οφθαλμοί της κληματίδας είναι και οι πλέον παραγωγικοί.
Το σύστημα αυτό διατηρήθηκε ώσπου άρχισε να φθίνει. Όταν έγιναν οι αναμπελώσεις επικράτησε το χαμηλό κυπελλοειδές ή το όρθιο γραμμικό αμφίπλευρο σε σύρματα, το οποίο διευκόλυνε στην καλλιέργεια των αμπελώνων.
Σήμερα το κλάδεμα, που κατά κόρον ακολουθείται είναι το βραχύ, αφήνοντας 1-2 οφθαλμούς για το αμπέλι. Εξάλλου, όπως είπε κι ο ποιητής Οδυσσέας Ελύτης: «Εάν αποσυνθέσεις την Ελλάδα, στο τέλος θα δεις να σου απομένουν μια ελιά, ένα αμπέλι και ένα καράβι. Που σημαίνει: με άλλα τόσα την ξαναφτιάχνεις».












































