Το ελληνικό yachting βιώνει μία από τις πιο εντυπωσιακές περιόδους ανάπτυξης των τελευταίων δεκαετιών, με τη φετινή χρονιά να καταγράφει άνοδο.
Ωστόσο, η αυξημένη ζήτηση, οι ελλείψεις στις υποδομές και οι συχνά αναπάντεχες απαιτήσεις των πελατών δημιουργούν ένα πολύπλοκο περιβάλλον, το οποίο αποκαλύπτει ταυτόχρονα τις προοπτικές και τις αδυναμίες της Ελλάδας ως κορυφαίου προορισμού θαλάσσιου τουρισμού.
«Ήταν μια ανέλπιστα καλή χρονιά, ακόμη καλύτερη από την περσινή», δηλώνει στο iefimerida ο κάπτεν Γιώργος Βάλλης, ένας από τους πλέον έμπειρους επαγγελματίες του χώρου και πρόεδρο της Πανελλήνιας Ένωσης Πληρωμάτων Ιδιωτικών και Επαγγελματικών Θαλαμηγών (ΠΕΠΙΕΘ) περιγράφοντας τη σεζόν του 2025 που ολοκληρώθηκε με θεαματικά νούμερα. Όπως εξηγεί, το 80-90% της πελατείας αφορά Αμερικανούς, μια αγορά που όχι μόνο παραμένει σταθερή αλλά συνεχίζει να ενισχύεται.
Το οικονομικό αποτύπωμα είναι ενδεικτικό της δυναμικής του κλάδου. Για παράδειγμα μια θαλαμηγός 50 μέτρων μπορεί να ναυλωθεί από 150.000 ευρώ έως και 1 εκατομμύριο ευρώ την εβδομάδα, ανάλογα με το μέγεθος του σκάφους, τις υπηρεσίες, το πλήρωμα και τις απαιτήσεις του πελάτη. «Η ενοικίαση τέτοιων θαλαμηγών απευθύνονται σε πλούσιους ανθρώπους που έρχονται με τις οικογένειές τους για να απολαύσουν τα ελληνικά νησιά, τη γαστρονομία και τις εξαιρετικές υπηρεσίες των ελληνικών πληρωμάτων», σημειώνει χαρακτηριστικά ο κ. Βάλλης.
Ωστόσο, πίσω από τη λάμψη και τα μεγάλα ποσά, ο κλάδος αντιμετωπίζει σοβαρά και συχνά χρόνια προβλήματα, που απειλούν να φρενάρουν την ανάπτυξή του. «Ένα μεγάλο ζήτημα που λύθηκε ήταν η φορολόγηση των ναυτικών, αλλά παραμένουν πολλά που πρέπει να αλλάξουν», επισημαίνει, ο κ. Βάλλης αναφερόμενος σε ελλείψεις στις λιμενικές υποδομές, σε ελλιπείς ρυθμίσεις για τον εξοπλισμό ασφαλείας όπως οι ναυτικές φωτοβολίδες και οι απινιδωτές.
Το αποτύπωμα της αύξησης στη ζήτηση είναι πλέον ορατό σε όλο το φάσμα του yachting. Οι φετινές κρατήσεις κατέγραψαν άνοδο της τάξης του 20-30% σε σχέση με πέρυσι, ενώ ο αριθμός των μεγάλων σκαφών —από 30 έως 80 μέτρα— που δραστηριοποιούνται στις ελληνικές θάλασσες έχει πολλαπλασιαστεί.
Η Ελλάδα προσελκύει πλέον το ενδιαφέρον όχι μόνο για τις φυσικές της ομορφιές αλλά και ως προορισμός υψηλού επιπέδου θαλάσσιου τουρισμού, όπου οι ταξιδιώτες δεν διστάζουν να δαπανήσουν σημαντικά ποσά.
Παρά την εντυπωσιακή ανάπτυξη, η εικόνα δεν είναι εξίσου λαμπερή όταν το βλέμμα στραφεί στις υποδομές. Η έλλειψη μαρινών έχει μετατραπεί στο μεγαλύτερο εμπόδιο του κλάδου. Στην Αττική, πολλές εγκαταστάσεις έχουν λίστες αναμονής με 40 έως 50 σκάφη, γεγονός που συνεπάγεται χαμένα έσοδα και αποθαρρύνει την περαιτέρω ανάπτυξη.
Μέσα σε αυτή την εκρηκτική άνοδο, τα πληρώματα των θαλαμηγών έρχονται αντιμέτωπα και με μια άλλη διάσταση.
Τις εκκεντρικές, συχνά υπερβολικές απαιτήσεις των πελατών. Από την ανάγκη για δροσιά εν πλω! όπως συνέβη με μια αμερικανική οικογένεια που ζήτησε να ταξιδέψουν με ταχύτητα μόνο και μόνο για να τους χτυπά ο αέρας, με κόστος χιλιάδες ευρώ σε καύσιμα, έως τη «διαμόρφωση» παραλιών σύμφωνα με τις προσωπικές προτιμήσεις τους, το φάσμα των αιτημάτων δεν έχει όρια.
Οι επαγγελματίες του χώρου όμως τονίζουν ότι αυτές οι υπερβολές, όσο εντυπωσιακές κι αν ακούγονται, δεν αντιπροσωπεύουν την πλειονότητα των ταξιδιωτών. Οι περισσότεροι αναζητούν απλώς ηρεμία, καλό φαγητό, καθαρές θάλασσες και την ευκαιρία να γνωρίσουν τα ελληνικά νησιά με την άνεση και την ασφάλεια που προσφέρει ένα σκάφος.
Στη σημερινή της μορφή, η ελληνική πραγματικότητα του yachting μοιάζει με μια σκηνή όπου συνυπάρχουν ασύλληπτες δυνατότητες και εξίσου έντονες προκλήσεις.
Από τη μία πλευρά, η Ελλάδα βρίσκεται στην κορυφή των προτιμήσεων της παγκόσμιας ελίτ, από την άλλη, καλείται επειγόντως να εκσυγχρονίσει τις υποδομές και τη νομοθεσία της για να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις ενός διεθνούς τουριστικού ρεύματος που διογκώνεται χρόνο με τον χρόνο.
Πηγή: iefimerida.gr























































