Αρχική Food Μελισσοκομία στην Πάρο | Τα συν και τα πλην μίας εξίσωσης

Μελισσοκομία στην Πάρο | Τα συν και τα πλην μίας εξίσωσης

5

Από τα παραδοσιακά κιούπια (υψέλια) μέχρι τις σημερινές κυψέλες, η μελισσοκομία αποτελεί έναν κλάδο άμεσα συνδεδεμένο με την ελληνική Γη αλλά και με τα Κυκλαδονήσια.

Η μελισσοκομία της Πάρου αποτελεί έναν σημαντικό πόλο ανάπτυξης της οικονομίας του νησιού, βελτιώνει τα δεδομένα στην απασχόληση αλλά αποτελεί και κομμάτι της εξωστρέφειάς του. Παρόλα αυτά η ανάπτυξη του κλάδου, που έχει μόνο θετικό αποτύπωμα στο νησί, δεν είναι αυτή που θα μπορούσε.

Στην Πάρο ορισμένες αποφάσεις καρεκλοκενταύρων είτε από την Αθήνα είτε από τις Βρυξέλλες δημιουργούν προβλήματα άνευ λόγου και αιτίας ενώ σ’ αυτό συμβάλλει και το ζήτημα των αγροτικών ζωνών, με την οικιστική δόμηση ακόμη και σε απομακρυσμένες περιοχές. Επιπλέον, μεταφορές μελισσών με την αυστηροποίηση του ισχύοντος πλαισίου στα πλοία δημιουργούν τεράστια προβλήματα και στα μελίσσια και στους μελισσοκόμους.

Σύμφωνα με τις πρόσφατες εξελίξεις στη νομοθεσία, οι βασικοί πυλώνες είναι:

1. Εγγραφή στο Μελισσοκομικό Μητρώο και Ταυτότητα. Κάθε μελισσοκόμος, ανεξαρτήτως αριθμού κυψελών, είναι υποχρεωμένος να εγγραφεί στο Εθνικό Ηλεκτρονικό Μελισσοκομικό Μητρώο κι απαιτείται η έκδοση ή θεώρηση μελισσοκομικού βιβλιαρίου. Ειδικότερα με την υπουργική απόφαση 37/48518 καθιερώθηκε η Ατομική Ψηφιακή Μελισσοκομική Ταυτότητα, η οποία είναι απαραίτητη για τις μετακινήσεις και τη νομιμότητα. Οι κατά τόπους Διευθύνσεις Αγροτικής Οικονομίας χορηγούν τον μοναδικό μελισσοκομικό κωδικό αριθμό.

2. Υποχρεωτική Σήμανση Κυψελών: Όλες οι κυψέλες πρέπει να φέρουν αναγραφή του κωδικού αριθμού του μελισσοκόμου, η οποία πρέπει να είναι ανεξίτηλη. Είναι υποχρεωτική η δήλωση των κατεχόμενων κυψελών (χειμερινή δήλωση) από 1ης Σεπτεμβρίου έως 31ης Δεκεμβρίου κάθε έτους.

3. Μετακίνηση Μελισσιών και Νομαδική Μελισσοκομία. Η μετακίνηση μελισσιών απαιτεί την ύπαρξη μελισσοκομικού βιβλιαρίου και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την ενημέρωση των κατά τόπους Δασαρχείων. Είναι δύσκολη ακόμη και η αγορά και η πώληση μελισσιών, λόγω των ισχυόντων κανονισμών στα πλοία.

4. Αποστάσεις: Υπάρχουν συγκεκριμένες αποστάσεις που πρέπει να τηρούνται για την τοποθέτηση των κυψελών: π.χ. από δημόσιους δρόμους, αρχαιολογικούς, χώρους, κατοικίες, όρια ιδιοκτησιών. Ορίζονται από τον Αστικό Κώδικα και ειδικές υπουργικές αποφάσεις. Συνήθως αφορούν 50+ μέτρα από κατοικημένες περιοχές.

Σύμφωνα με όσα μας ανέφερε ο Άγγελος Πιτσικάλης, πρόεδρος Μελισσοκομικού Συλλόγου Πάρου, υπάρχουν 52 εγγεγραμμένα μέλη στον Σύλλογο και περίπου 100 μελισσοκόμοι συνολικά στο νησί, οι οποίοι με τα μέτρα, που έχουν παρθεί από την πολιτεία δυσκολεύονται ν΄ ανταποκριθούν.

Το μέλι που παράγεται στην Πάρο είναι πρωτίστως θυμαρίσιο. Υπάρχει και το ανθόμελο και το μέλι ερείκης, που παράγεται μετά το φθινόπωρο και δεν είναι το ίδιο γνωστό στην αγορά αλλά έχει σημαντικές θρεπτικές ιδιότητες.

Δυστυχώς, ορισμένα πράγματα που θα μπορούσαν να λειτουργήσουν σωστά είτε λόγω άγνοιας ακόμη και των τοπικών κοινωνιών είτε λόγω ομογενοποίησης στα υπουργεία αφήνονται στην τύχη τους.

«Η ανεξέλεγκτη δόμηση, εκτός οικισμών είναι ένα τεράστιο πρόβλημα, διότι και τα μελίσσια υπάρχουν περιορισμοί, Και γίνεται ακόμη μεγαλύτερο, όταν μπορεί ο άλλος να χτίσει μία βίλα μέσα σ’ ένα χωράφι δέκα στρεμμάτων και να ξηλώσει όλα τα γηγενή φυτά που έχει το νησί, για να βάλει άλλα. Υπάρχουν περιπτώσεις που ξηλώνουν άγριο θυμάρι από τη ρίζα και μετά αυτό που βάζουν στη θέση του, ακόμη κι αν είναι θυμάρι, που είναι ήμερο, δεν έχει καμία σχέση μ’ αυτό που τρώει η μέλισσα και παράγει αυτό το νόστιμο και υγιεινό προϊόν», μας αναφέρει ο κ. Πιτσικάλης.

Ο ίδιος τονίζει πως πάρα πολλοί μελισσοκόμοι δεν μπορούν να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις του Μελισσοκομικού Μητρώου. «Με στενοχωρεί, όταν ακούω μελισσοκόμους να εγκαταλείπουν την προσπάθεια. Το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης μας ζητά 5 κιλά ανά κυψέλη. Αυτό δεν είναι πάντα εφικτό. Υπάρχουν εποχές, που μπορεί να συμβεί αλλά υπάρχουν και περίοδοι που αυτό είναι φύσει αδύνατον. Η μέλισσα είναι ζωντανός οργανισμός κι είναι ευαίσθητη στις αλλαγές της θερμοκρασίας. Και δεν ζει μόνη της στο φυσικό περιβάλλον, ούτε κλείνεται κάπου. Επηρεάζεται από την ατμόσφαιρα, από τις κακοκαιρίες, σκοτώνεται από ψεκασμούς», σημειώνει.

«Η μελισσοκομία στα νησιά των Κυκλάδων τουλάχιστον είναι αρκετά διαφορετική από άλλα μέρη. Εδώ δεν μπορούμε να κάνουμε εύκολα μετακινήσεις και λόγω των κανονισμών για τις θαλάσσιες μεταφορές. Υπάρχει και το θέμα της ανομβρίας, που δημιουργεί προβλήματα. Στην Πάρο, δυστυχώς η απώλεια μελισσιών είναι πολύ εύκολη υπόθεση. Ένα διάστημα, που υπήρχαν προβλήματα με τα σκαθάρια που είχαν προσβάλλει τους φοίνικες, πάρα πολλά μελίσσια καταστράφηκαν και θανατώθηκαν από τους ψεκασμούς για το σκαθάρι», προσθέτει.

Όπως εξηγεί «με βάση τη αγροτική νομοθεσία για να μπορέσεις να λάβεις οποιαδήποτε μορφή επιδότησης πρέπει να είσαι εγγεγραμμένος στο Μελισσοκομικό Μητρώο, πρέπει να παράγεις 5 κιλά ανά κυψέλη αλλά ταυτόχρονα να δηλώνεις αν έχει μεταβολή στα μελίσσια σου μεγαλύτερη του 10%. Αν για οποιοδήποτε λόγο κυρίως τον χειμώνα, δεν αντιληφθείς τη μεταβολή για να τη δηλώσεις για δυο χρόνια τιμωρείσαι και δεν μπορείς να πουλήσεις μέλι. Έχει τύχει μελισσοκόμος από τα 400 μελίσσια να χάσει τα 80. Επομένως, υπάρχουν φορές, που εμείς έχουμε χάσει πολύ περισσότερα μελίσσια από αυτό που λέει ο κανονισμός κι όχι με δική μας υπαιτιότητα. Υπάρχουν μέλισσες, που μπορεί να πάνε σε ένα κήπο, σ’ ένα ξενοδοχείο, κι οι άνθρωποι να έχουν ψεκάσει πριν το απόγευμα είτε από λάθος ενημέρωση είτε από αδιαφορία. Αυτό έχει όμως ως αποτέλεσμα τη δηλητηρίαση των μελισσιών και κατά συνέπεια τον αφανισμό της αποικίας πολλές φορές».

Τα μελίσσια

Τα περισσότερα μελίσσια είναι εγκατεστημένα στη νότια περιοχή του νησιού, στη Μάρπησσα, τον Κώστο αλλά και στα ορεινά, και λιγοστοί μελισσοκόμοι παράγουν μέλι στα πεδινά.

Στις Κυκλάδες από τις σημαντικότερες περιοχές παραγωγής μελιού είναι η Πάρος, η Νάξος, η Σύρος, η Κέα, η Κύθνος και η Ίος. Το νησί της Πάρου εκτός από μέλι παράγει και τα προϊόντα της κυψέλης: πρόπολη, γύρη, βασιλικό πολτό, κεραλοιφές. Υπάρχουν τουρίστες που αγοράζουν τα προϊόντα αυτά και τα ζητούν κι εκτός Ελλάδας. Έτσι, το παριανό μέλι ταξιδεύει στην Αγγλία, τη Γαλλία, τη Νορβηγία κι η χάρη του πλέον φτάνει έως την Πολωνία.

Πέρα από το Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών και τις άλλες γεωπονικές σχολές, αν κάποιος θέλει να ασχοληθεί επαγγελματικά με τη μελισσοκομία μπορεί να πάρει μαθήματα και από το Ινστιτούτο Γεωπονικών Επιστημών κ.ά. που έχει έδρα το Μαρούσι (τηλ: 210-8011146). Το επάγγελμα αυτό δεν συστήνεται για όσους έχουν ζητήματα με αλλεργίες.

Κόστος για έναν νέο μελισσοκόμο: Η στολή του μελισσοκόμου κοστίζει από 17 ευρώ και άνω, αν και μία αξιόλογη στολή κοστίζει γύρω στα 40 ευρώ.

Η αγορά μίας κυψέλης, με δέκα πλαίσια με πληθυσμό, γόνο και φαγητό κοστίζει γύρω στα 120 έως 150 ευρώ, ενώ υπάρχουν κι άλλα πρόσθετα έξοδα από 60 έως 200 ευρώ για τις κυψέλη (πάτωμα κ.ά.) για να ξεκινήσει ένας νέος μελισσοκόμος. Χρειάζονται ξέστρο, γάντια και καπνιστήρι, δεξαμενή μελιού κ.ά. Χρειάζονται περίπου 8.500 με 10.000 ευρώ για 30 κυψέλες. Το μελισσοκομικό αυτοκίνητο έχει διάφορες προϋποθέσεις κι αφορά στους επαγγελματίες.

Κατανάλωση μελιού: Η μέση ανθρώπινη κατανάλωση μελιού είναι κοντά στο 1,5 χιλιοστόγραμμο ανά κεφαλή. Υπάρχουν δυο κατηγορίες μελιού:

Τα ανθόμελα, παράγονται από το νέκταρ των λουλουδιών, όπως είναι το θυμάρι, η πορτοκαλιά, το βαμβάκι, το μέλι ηλίανθου, ερείκης κ.ά.

Τα μέλια από μελιτώματα παράγονται από εκκρίματα κοκκοειδών, τα οποία απομυζούν τα φυτά. Στην κατηγορία αυτή ανήκουν τα μέλια, που παράγονται από πεύκο, έλατο, δηλαδή δασικά είδη.

Η Πάρος έχει κατά κανόνα μέλι από θυμάρι. Το θυμαρίσιο μέλι αποτελεί γύρω στο 15% της συνολικής παραγωγής της Ελλάδας, καθώς το μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού μελιού παράγεται από πεύκο, κοντά στο 55% έως 60%.

Η γύρη των μελισσών είναι η πλουσιότερη φυσική τροφή σε πρωτεΐνες, βιταμίνες, απαραίτητα αμινοξέα, ένζυμα κι άλλα συστατικά. Η αξιοποίηση της γύρης δεν είναι εύκολη υπόθεση και η παραγωγή μπορεί να είναι μόλις 2-5 κιλά ανάλογα με την κυψέλη. Σύμφωνα με τις μελέτες, που έχουν γίνει εξίσου σημαντικό ρόλο για την ανάπτυξη παίζει και ο βασιλικός πολτός, που θεωρείται το «γάλα των μελισσών». Επειδή οι βασίλισσες τρέφονται με την κρεμώδη αυτή ουσία, για αυτόν τον λόγο ονομάστηκε βασιλικός πολτός.

Η Ελλάδα, σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, κατέχει την 4η θέση (άλλοι την τοποθετούν στην 5η πλέον θέση) στη μελισσοκομία της Ευρώπης και παράγει το 7,4% της ευρωπαϊκής παραγωγής ενώ κατέχει το 1% της παγκόσμιας παραγωγής μελιού. Σημαντικός παίκτης της ευρωπαϊκής αγοράς μελιού είναι η Ισπανία αλλά και οι παραδουνάβιες χώρες. Η Ελλάδα κι εξάγει και εισάγει μέλι κι η τιμή πώλησης του προϊόντος στην αγορά είναι πιο ακριβή. Οι κύριες αγορές ελληνικού μελιού είναι η Γερμανία, η Ιταλία, οι ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γαλλία και η Βουλγαρία.

Σταθμοί στην ιστορία της παριανής μελισσοκομίας 

Η μελισσοκομία είναι δεμένη με την ιστορία της Πάρου, σύμφωνα με  τον γενικό γραμματέα του συλλόγου των Μελισσοκόμων του νησιού, Δημήτρη Μπογιατζή:

– Η μελισσοκομία στην Πάρο είναι γνωστή ως διαδικασία τουλάχιστον τα τελευταία 250 χρόνια. Ωστόσο, οι ενδείξεις που υπάρχουν σήμερα είναι πως η μελισσοκομία ήταν διαδικασία γνωστή πολλούς αιώνες πριν. Σε πρόσφατες ανασκαφές στο νησί έχουν βρεθεί κυψέλες από την αρχαιότητα και ο Σύλλογος Μελισσοκόμων του νησιού σε συνεργασία με το Αρχαιολογικό Μουσείο προχωρούν τη διαδικασία ανάδειξής τους.

– Η μελισσοκομία γινόταν κυρίως στο πλαίσιο της ανταλλακτικής οικονομίας μεταξύ των νοικοκυριών με τα λεγόμενα υψέλια (χτιστά ή πήλινα).

– Στις αρχές του 20ού αιώνα οι Παριανοί μελισσοκόμοι άρχισαν να χρησιμοποιούν πήλινα υψέλια (3η φωτογραφία), που έφτιαχναν οι Σιφνιοί αγγειοπλάστες. Τα εντοίχιζαν στις εσοχές ντουβαριών, για να προφυλάξουν τις πήλινες κυψέλες για να μη σπάσουν και για να μη λιώνουν από τον ήλιο οι κηρύθρες.

 – Γύρω στη δεκαετία του ’60 παράλληλα με τα εγχώρια υψέλια έρχεται η ευρωπαϊκή σύγχρονη κυψέλη, όπως τη γνωρίζουμε σήμερα.

– Λίγο πριν τα μέσα της δεκαετίας του ’80 μπαίνει στο νησί η νόσος Βαρρόα, που εξαφανίζει τα μελίσσια.

– Το 1986 ιδρύεται ο Σύλλογος Μελισσοκόμων Πάρου, που αλλάζει και τα δεδομένα και την εκπαίδευση των παραγωγών με σεμινάρια, δράσεις κ.ά.

– Γύρω στο 1990, η Πάρος παρήγαγε περίπου 10 τόνους μελιού. Έκτοτε η παραγωγή βαίνει διαρκώς μειούμενη για διάφορους λόγους με κύρια προβλήματα το ξεκλήρισμα των θυμαρότοπων κι ενδεχομένως τη χρήση νεονικοτινοειδών φαρμάκων, που υπάρχουν υπόνοιες, πως ενώ έχουν απαγορευθεί, χρησιμοποιούνται δυστυχώς ακόμη.

bluestarferries